1. Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies. Χρησιμοποιώντας την συναινείτε στη χρησιμοποίηση των cookies. Learn More.

Ιστορίες για το farmerama

Η συζήτηση στο 'Γωνία ομιλητών' ξεκίνησε από τον/την FARMER.GP, 16/11/17.

Αγαπητέ αναγνώστη και αναγνώστρια του φόρουμ,

αν θέλεις να συμμετέχεις ενεργά στις συζητήσεις του φόρουμ ή να δημιουργείς τα δικά σου θέματα, θα πρέπει πρώτα να συνδεθείς στο παιχνίδι. Αν δεν έχεις ήδη λογαριασμό παιχνιδιού, κάνε εγγραφή. Ανυπομονούμε να σε καλωσορίσουμε στην ομάδα μας στο φόρουμ! „ΣΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ!“
  1. FARMER.GP

    FARMER.GP Βετεράνος του παιχνιδιού

    "Θρυλικός θησαυρός" Μια φορά και ένα καιρό ήταν μια νεαρή ατρόμητη μαϊμού, η Μπόνι Λιν, η οποία ήθελε όταν μεγαλώσει να γίνει ναυτικός. Συχνά έπαιζε μαζί με τον κροκόδειλο φίλο της, τον Μαυρολέπη τους πειρατές. Τελειώνοντας μαζί το σχολείο γράφτηκαν στη σχολή ναυτιλίας. Μερικά χρόνια αργότερα έχοντας πάρει τα πτυχία τους, προσπάθησαν να ασκήσουν το επάγγελμα τους. Δυστυχώς κανένα ζώο δεν τους ήθελε στο πλοίο τους, επειδή ήταν ήδη γεμάτοι από πλήρωμα. Στεναχωρημένοι οι δύο φίλοι άφησαν για λίγο το αρχικό τους όνειρο και άνοιξαν ένα πανδοχείο κοντά στο λιμάνι του χωριού τους. Οι δουλειές πήγαιναν καλά, όμως μια έκπληξη θα εμφανιζόταν σύντομα μπροστά τους. Ένα βράδυ καθώς ετοιμάζονταν να κλείσουν και να πάνε για ύπνο, ξαφνικά εμφανίζεται ένα γουρούνι ναυτικός με ξύλινο το ένα πόδι και καλύπτρα στο ένα μάτι, ο Κιλάς Χοντροκοιλαράς. Ζήτησε ένα δωμάτιο για απόψε. Εκείνοι ξαφνιασμένοι του έδωσαν το κλειδί ενός από τα δωμάτια τους και τον καληνύχτισαν. Την επόμενη μέρα γεμάτοι από απορία, θέλησαν να μάθουν αν ο συγκεκριμένος ναύτης χρειαζόταν πλήρωμα. Αφού ξύπνησε ο Χοντροκοιλαράς, έφαγε το πρωινό του και ετοιμαζόταν να πληρώσει για το δωμάτιο και όλη την εξυπηρέτηση των πανδοχέων του, τον ρώτησαν. Αυτός απάντησε "ναι" και αναρωτήθηκε αν γνωρίζουν κάποια άτομα που θα μπορούσαν συνταξιδεύσουν μαζί του σε ένα μακρινό του ταξίδι. Η Μπόνι Λιν και ο Μαυρολέπης προσφέρθηκαν οι ίδιοι ως εθελοντές. Το γουρούνι τους δέχτηκε και τους ενημέρωσε ότι το καράβι του θα φύγει σε μία ώρα περίπου. Μέχρι τότε να είναι έτοιμοι. Οι δύο φίλοι συγκινημένοι που επιτέλους το όνειρο τους θα γίνει πραγματικότητα, πήραν τις αποσκευές τους και ανέθεσαν στις αγελάδα και σαλαμάνδρα γνωστές τους να συνεχίσουν τη δουλειά στο πανδοχείο. Μία ώρα μετά το πλοίο έφυγε από το λιμάνι. Μαθαίνοντας τα υπόλοιπα μέλη του όπως: τον παπαγάλο παρατηρητή στο κατάρτι, τον χαμαιλέοντα μάγειρα, τον υποπλοίαρχο κόκκινο πάντα, τους κουνάβι και βάτραχο υπεύθυνους για τον εξοπλισμό του πλοίου, η μαϊμού και ο κροκόδειλος μαζί με τους πελαργό, λιοντάρι και κοκκινολαίμη καθάριζαν σχεδόν όλους τους χώρους εκτός από την καμπίνα του καπετάνιου. Οι μέρες περνούσαν και οι δυο φίλοι ήταν περίεργοι για τον προορισμό τους. Την ίδια νύχτα έχοντας πάει σχεδόν όλοι για ύπνο εκτός από τη Μπόνι, προσπάθησε να μάθει πληροφορίες κρυμμένη σε ένα βαρέλι κοντά στην καμπίνα του καπετάνιου. Άκουσε τη συζήτηση του γουρουνιού με το κόκκινο πάντα υποπλοίαρχο του, σχετικά για ένα κρυμμένο θησαυρό που ανήκε στο βασιλιά των πειρατών. Ξημερώνοντας ανέφερε στους υπόλοιπους ναυτικούς το σκοπό του ταξιδιού τους. "Αυτή είναι η ευκαιρία μας να γίνουμε οι καλύτεροι πειρατές!!" είπαν σιγανά και με ενθουσιασμό τα ζώα. Κάποια στιγμή απόγευμα πια ξέσπασε μια τρομερή καταιγίδα που οδηγούσε σε μια μεγάλη ρουφήχτρα και όλο το πλήρωμα έπρεπε να είναι σε επιφυλακή κάνοντας κουπί. Ένα δυνατό κύμα όμως ταρακούνησε το πλοίο με αποτέλεσμα η μαϊμού να πέσει στο νερό. Ο Μαυρολέπης ετοιμάστηκε να βουτήξει, για να σώσει τη φίλη του και ο πελαργός να πετάξει προς τα εκεί, αλλά κάτι απίστευτο συνέβη. Ένας καρχαρίας που βγήκε στην επιφάνεια και φάνηκε φιλικός, μαζί με τη βοήθεια των βατράχου και κουναβιού που έριξαν ένα σχοινί, την έσωσαν, ανεβάζοντας την στο καράβι. Αμέσως μετά ο καρχαρίας πρόσταξε τους ναύτες να τον ακολουθήσουν. Απομακρύνοντας από την καταιγίδα και τη ρουφήχτρα, το σκάφος έφτασε σε ένα άγνωστο νησί. Ευχαρίστησαν το μεγάλο ψάρι για την πολύτιμη βοήθεια του και ταυτόχρονα άρχισαν να εξερευνούν τούτο τον τόπο. Προς μεγάλη έκπληξη του Χοντροκοιλαρά, το νησί ήταν αυτό ακριβώς που έψαχνε: το νησί του θησαυρού. Τη στιγμή που ήταν έτοιμος να εξηγήσει σε όλους το λόγο που τους πήρε μαζί του, η Μπόνι Λιν τον διέκοψε. Του είπε πως γνωρίζουν από νωρίς το λόγο και ότι δεν είναι σωστό να υπάρχουν μυστικά μεταξύ τους. Ο καπετάνιος κοκκινίζοντας από ντροπή τους ζήτησε συγγνώμη και βγάζοντας ένα χάρτη από τη τσέπη, τους διέταξε να χωριστούν σε ομάδες και όπου πήγαιναν να έσκαβαν με τα φτυάρια τους. Αρκετές ώρες αργότερα έχοντας σκάψει σχεδόν σε όλο το νησί, η μαϊμού, ο κροκόδειλος, το λιοντάρι, ο κοκκινολαίμης και ο πελαργός ανακάλυψαν ένα θαμμένο αρχαίο κτήριο. Μαζί με τους υπόλοιπους πειρατές (γουρούνι, κόκκινο πάντα, κουνάβι, βάτραχο, παπαγάλο, χαμαιλέοντα), το χάρτη και μερικούς αναμμένους πυρσούς μπήκαν μέσα και λίγο αργότερα βρήκαν ένα τοίχο με αρχαία σύμβολα. Ευτυχώς ο παπαγάλος που ήξερε να τα διαβάζει, τα μετέφρασε. Συγχρόνως πάτησε ένα κρυφό κουμπί σε σχήμα σεντουκιού. Ξαφνικά ο τοίχος άνοιξε μια μυστική πόρτα και το θέαμα που αντίκρισαν ήταν απίστευτο. Ένας χώρος γεμάτος από κοσμήματα και χρυσά νομίσματα που ανήκαν κάποτε στον θρυλικό βασιλιά των πειρατών, παρουσιάστηκε μπροστά τους. Αφού πήραν όλο τον θησαυρό και το φόρτωσαν στο καράβι του Χοντροκοιλαρά, τον μοίρασαν. Η Μπόνι Λιν και ο Μαυρολέπης παίρνοντας μερίδιο τους και επιστρέφοντας σπίτι, το ευχαριστήθηκαν τελικά που ταξίδευσαν με τον Κιλά Χοντροκοιλαρά και το υπόλοιπό πλήρωμα και χάρηκαν για την πρώτη τους ναυτική περιπέτεια. Ο θαλασσόλυκος, για να τους ευχαριστήσει για την πολύτιμη βοήθεια και το μάθημα που πήρε, τους είπε ότι είναι ευπρόσδεκτοι στο πλοίο του. Εκείνοι αρνήθηκαν ευγενικά και αποχαιρέτησαν τους φίλους τους. Λίγο καιρό αργότερα απέκτησαν το δικό τους πλήρωμα και σκάφος. Άφησαν την αγελάδα και τη σαλαμάνδρα να δουλεύουν μόνιμα το πανδοχείο τους. Από τότε μαζί με το δικό τους πλήρωμα: τις μαϊμούδες πειρατές συνέχισαν να ζουν την υπόλοιπη ζωή τους στο καράβι τους, διασχίζοντας τους ωκεανούς, μεταφέροντας φορτία εμπορίου και αναζητώντας νέους θησαυρούς. Έτσι η Μπόνι Λιν ως καπετάνισσα και ο Μαυρολέπης ως υποπλοίαρχος έζησαν καλά και εμείς καλύτερα.
     
    Τελευταία επεξεργασία: 11/5/18
  2. FARMER.GP

    FARMER.GP Βετεράνος του παιχνιδιού

    "Φωτεινά χρώματα" Μια φορά και έναν καιρό ήταν τρία ζώα φίλοι σε μια φάρμα: μια γάτα, ένα ποντίκι και μια αρκούδα .Οι φίλοι αυτοί, επειδή λάτρευαν τα φωτεινά χρώματα στα σπιτάκια των υπόλοιπων ζώων, ήθελαν και τα δικά τους σπιτάκια να αποκτήσουν τέτοια όμορφα χρώματα. Μια μέρα άκουσαν από τους άλλους κατοίκους της φάρμας για ένα μέρος, το οποίο μπορεί να πραγματοποιήσει οποιαδήποτε ευχή. Η γάτα με το ποντίκι και την αρκούδα συμφώνησαν να πάνε εκεί. Αφού πήραν τις κατάλληλες πληροφορίες και προμήθειες ξεκίνησαν για ένα ταξίδι. Μερικές μέρες αργότερα οι τρεις φίλοι βρήκαν τον τόπο των ευχών: ένα μαγικό πολύχρωμο σπίτι. Τα ζώα με θαυμασμό τεράστιο είπαν τις ευχές τους και μετά από λίγο καιρό επέστρεψαν σπίτι. Όταν έφτασαν πίσω στη φάρμα νύχτωσε και η γάτα, το ποντίκι και η αρκούδα δεν πίστευαν στα μάτια τους. Τα σπιτάκια τους απέκτησαν διάφορα φωτεινά χρώματα και ταυτόχρονα τα άλλα ζωάκια όλα μαζί συγκεντρωμένα να τους καλωσορίζουν. Οι τρεις φίλοι πλημμυρισμένοι από ευτυχία και συγκίνηση από το θέαμα, διασκέδασαν όλα μαζί με τα νέον σπιτάκια τους. Από τότε και κάθε φορά που κάποιο ζώο ήθελε να αποκτήσει το σπίτι του διάφορα χρώματα, πήγαινε στο μαγικό πολύχρωμο σπίτι. Έτσι έζησαν αυτά καλά και εμείς καλύτερα.
     
    Αρέσει στους soyla74, traxhla, sofiapao76 και σε ακόμα ένα άτομο.
  3. FARMER.GP

    FARMER.GP Βετεράνος του παιχνιδιού

    "Η αναζήτηση νέας κατοικίας" Μια φορά και ένα καιρό ήταν μια αράχνη, η Φοίβη που ζούσε μαζί με τα αραχνάκια της σε ένα δάσος. Μια μέρα όμως ένας δυνατός άνεμος έσπασε όλα τα κλαδιά του δέντρου που ήταν η φωλιά της. Η μαμά αράχνη βλέποντας το κατεστραμμένο σπίτι της στενοχωρήθηκε πολύ, γιατί ήταν το αγαπημένο της δέντρο. Την ίδια στιγμή έτυχε να περνάει το σαλιγκάρι που τη λυπήθηκε. Της είπε ότι αν θέλει, μπορεί να ψάξει για ένα άλλο μέρος να μείνει. Ταυτόχρονα της πρότεινε ότι αν θέλει βοήθεια, είναι πρόθυμο να βοηθήσει. Η Φοίβη αφού το σκέφτηκε για λίγο, αποφάσισε αν είναι να ψάξει μόνη της. Ευχαρίστησε το σαλιγκάρι για την ιδέα και αρνήθηκε ευγενικά την πρόταση του. Ξεκίνησε για ένα ταξίδι μαζί με τα παιδιά της ως προς την αναζήτηση νέας κατοικίας. Μερικές ώρες αργότερα βρήκαν μια σπηλιά που ανήκε σε ένα λύκο. Εκείνος δέχτηκε να τις έχει ως συγκάτοικους. Την ίδια νύχτα όμως ακούγοντας το ουρλιαχτό του, τα αραχνάκια ξύπνησαν κλαίγοντας. Η μαμά αράχνη προσπαθώντας να τα ηρεμήσει, τους είπε ότι θα πάνε αλλού να μείνουν. Την επόμενη μέρα ευχαριστώντας το λύκο για τη φιλοξενία, έφυγαν. Στον δρόμο τους βρήκαν μια καλύβα που την είχε ένας βραδύπους. Δυστυχώς με τα ροχαλητά του δεν μπορούσαν να κοιμηθούν ούτε εκεί. Η Φοίβη κουρασμένη από τόσο περπάτημα, προσπαθούσε και να έχει τα παιδιά της ασφαλή από το κρύο και να ψάχνει για ένα ασφαλές και ήσυχο μέρος. Οι ώρες πέρασαν και τελικά είδαν έναν αχυρώνα. Εκεί οι κάτοικοι: κόκορας, κότες, αγελάδα, γουρούνι και πρόβατο τις δέχτηκαν με όλη τους την αγάπη. Το πρόβατο έδωσε στις αράχνες ένα κομμάτι από ύφασμα και ένα μικρό σωρό από άχυρα. Οι αράχνες ευχαρίστησαν τους νέους τους φίλους για τις καλές τους πράξεις. Όταν ξημέρωσε, η Φοίβη άρχισε δουλειά. Με τον ιστό της έφτιαξε μια νέα φωλιά για εκείνη και τα μικρά της. Όλα πήγαιναν μια χαρά για τα μικρά πλασματάκια εκτός από μία πάπια που είχε μανία με την καθαριότητα. Μόλις είδε τον ιστό των αραχνών, πήρε το ξεσκονιστήρι και άρχισε να καθαρίζει. Στο μεταξύ οι αράχνες έλειπαν, για να δουν την υπόλοιπη φάρμα. Μόλις όμως τελείωσε η βόλτα τους, αυτό που αντίκρισαν ήταν τρομερό. Η φωλιά τους εξαφανίστηκε. Ταυτόχρονα η πάπια, η οποία διαμαρτυρήθηκε για όλη την κατάσταση, ζήτησε από τα άλλα ζώα να πουν στις αράχνες να φύγουν. Οι κάτοικοι του αχυρώνα μάταια προσπαθούσαν να της αλλάξουν γνώμη. Ακούγοντας τα λόγια αυτά από τον κόκορα, στεναχωρημένη η οικογένεια των αραχνών έφυγε με βαριά καρδιά. Στην διαδρομή αυτή η Φοίβη προσπαθούσε να ηρεμήσει τα παιδιά της από το κλάμα. Τελικά αρκετά μακριά από τον αχυρώνα και κοντά σε ένα σκοτεινό δάσος βρήκαν μια άλλη καλύβα. Χτύπησαν την πόρτα. Από εκεί τους άνοιξε μια γάτα μάγισσα: η Κίτι Κατάμπρα. Ακούγοντας όλη την ιστορία τους, τις λυπήθηκε και δέχτηκε να μείνουν μαζί της. Τα αραχνάκια άρχισαν να φωνάζουν από χαρά. Έτσι η Φοίβη μαζί με τα παιδιά της έμεινε στο σπίτι της Κίτι Κατάμπρας, η οποία έγινε και η καλύτερη τους φίλη και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.
     
    Αρέσει σε soyla74, SavoirAimer..., maria_palou και 3 σε άλλους.
  4. FARMER.GP

    FARMER.GP Βετεράνος του παιχνιδιού

    "Καλοκαιρινές σκανδαλιές" Μια φορά και ένα καιρό σε ένα δάσος ήταν ένας καλοκάγαθος και ατρόμητος σκαντζόχοιρος. Μια μέρα έκανε τόση πολλή ζέστη που οι κάτοικοι δεν μπορούσαν σχεδόν καθόλου να μετακινηθούν. Ο σκαντζόχοιρος καθώς πήγαινε και έφερνε φακέλους και δέματα ως ταχυδρόμος, δυσκολευόταν να κάνει πετάλι στο ποδήλατο του. Αποφάσισε πως το καλύτερο που μπορεί να κάνει, για να αποφύγει τον καύσωνα και να δροσιστεί ήταν να πάει στην παραλία. Μόλις πήγε σπίτι του μάζεψε όλα του τα καλοκαιρινά αντικείμενα (αναπνευστήρας, μάσκα, βατραχοπέδιλα κ.α.). Στο δρόμο του συνάντησε το κοάλα με την τίγρη, τον τάρανδο, τον αετό και το παγόνι καθισμένους δίπλα σε έναν ανεμιστήρα στην αυλή του σπιτιού του πρώτου. Όταν εκείνοι τον ρώτησαν πού πάει, αυτός απάντησε στην παραλία. Ταυτόχρονα αναρωτήθηκε αν θέλουν να έρθουν μαζί του. Τα ζώα αφού το σκέφτηκαν για λίγο, δέχτηκαν. Μία ώρα μετά έχοντας κάνει μερικά διαλείμματα στη διαδρομή, λόγω ζέστης, έφτασαν στην παραλία. Το θέαμα όμως που αντίκρισαν, δεν το πίστευαν στα μάτια τους. Αμέτρητα ζώα που ήρθαν και αυτά να δροσιστούν στη θάλασσα, είχε ως αποτέλεσμα να γεμίσει όλη η ακτή. Μερικά λεπτά αργότερα ο αετός αφού πέταξε, για να βρει κάποιο ελεύθερο σημείο, επέστρεψε και είπε στους φίλους του πού να πάνε. Το μόνο ελεύθερο σημείο που υπήρξε, φάνηκε εκείνο λίγο πριν τελειώσει η παραλία. Έχοντας εγκατασταθεί εκεί, ο σκαντζόχοιρος μαζί με το κοάλα, την τίγρη και τον τάρανδο άρχισαν το κολύμπι. Στο μεταξύ ο αετός μαζί με το παγόνι ξάπλωσαν στις ομπρέλες τους κάνοντας ηλιοθεραπεία. Κάποια στιγμή όπως πήγαιναν βαθιά με τις μάσκες τους, είδαν ένα παράξενο θαλάσσιο ζώο. Το κοάλα, η τίγρης και ο τάρανδος τρόμαξαν και βγήκαν αμέσως στη στεριά. Μόνο ο σκαντζόχοιρος έμεινε στο νερό και όπως ήταν ψύχραιμος, πλησίασε το μυστηριώδες πλάσμα. Τα άλλα ζώα εκτός από τον αετό έμειναν ακίνητα και άφωνα. Την ίδια στιγμή που ήταν έτοιμος να βουτήξει, βγήκε ο αγκαθωτός τους φίλος μαζί με το παράξενο πλάσμα. Ύστερα από κάποιες εξηγήσεις το κοάλα, η τίγρης, ο τάρανδος, το παγόνι και ο αετός έμαθαν από τον σκαντζόχοιρο ότι εκείνο το ζώο που ήταν ένα χταπόδι, έψαχνε για φίλους. Δυστυχώς όλοι το φοβόντουσαν, εξαιτίας των πλοκαμιών του. Τα πέντε ζώα συγκινημένα από την ιστορία του, του πρότειναν αν θέλει να γίνουν φίλοι του. Το χταπόδι ακούγοντας αυτά τα λόγια χάρηκε τόσο που άρχισε να τους καταβρέχει με νερό παίζοντας. Η μέρα πέρασε γρήγορα με κολύμπι, παιχνίδια και χαρά. Απόγευμα πια τα πέντε ζώα αφού διασκέδασαν στη θάλασσα με το νέο τους φίλο και έπρεπε να φύγουν, του υποσχέθηκαν ότι θα ξανάρθουν σύντομα. Εκείνο τους είπε χαρούμενο ότι θα τους περιμένει. Φτάνοντας στο δάσος το κάθε ζώο αποχαιρέτησε τους φίλους του, λέγοντας τους να ξανακάνουν αυτή τη βόλτα. Ο σκαντζόχοιρος ευτυχισμένος για το κολύμπι του στη θάλασσα με το κοάλα, την τίγρη, τον τάρανδο, τον αετό και το παγόνι, χάρηκε ακόμα περισσότερο για το νέο του φίλο το χταπόδι. Έτσι έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.
     
  5. triwps2014

    triwps2014 Μαθητευόμενος στο φόρουμ

    διαβαζω μια καθε βραδυ για να με παρει ο υπνοςxD,το (η αναζητηση νεας κατοικιας) του FARMER.GP ηταν το καλυτερο που διαβασα ως τωρα:music:
     
    Αρέσει στους soyla74, FARMER.GP και maria_palou.
  6. FARMER.GP

    FARMER.GP Βετεράνος του παιχνιδιού

    Καλησπέρα triwps2014!! Σε ευχαριστώ πολύ για τα καλά σου λόγια!:D Γενικά είναι ωραίο να βλέπουμε μερικές ιστορίες που να ομορφαίνουν έτσι το φόρουμ.:) Θα χαιρόμουν να έβλεπα και άλλους-ες συμπαίκτες-τριες να μας ταξιδεύουν με διάφορα άλλα παραμύθια!! Όπως έγινε και με την αγαπητή συμπαίκτρια elena101960 που οφείλω να πω ότι οι δικές της ιστορίες ήταν πολύ καλύτερες από τις δικές μου. Καλό απόγευμα σε όλους-ες!!;) Υ.Γ. Είμαι η FARMER.GP.
     
    Αρέσει στους triwps2014 και soyla74.
  7. FARMER.GP

    FARMER.GP Βετεράνος του παιχνιδιού

    "Όλοι λατρεύουν το παγωτό" Μια φορά και ένα καιρό έκανε τόση πολλή ζέστη στη "Χώρα των ζώων" που οι οι κάτοικοι της έφυγαν όλοι για διακοπές στη θάλασσα. Ανάμεσα τους ήταν ένας σκύλος πάγκσλι, ένας φασιανός και ένα αρμαντίλλο φίλοι. Μια μέρα όπως κολυμπούσαν, ο πάγκσλι είχε μια ιδέα: να πάει στο κατάστημα παγωτών και να αγοράσει από ένα παγωτό για τους φίλους του και για εκείνον. Δυστυχώς το καγκουρό καταστηματάρχης του είπε ότι για άγνωστο λόγο θα κάνουν μέρες να τα φέρουν από το εργοστάσιο παγωτών. Αυτό ήταν τρομερό, "Καλοκαίρι χωρίς παγωτό δεν γίνεται!!" σκέφτηκε. Ρώτησε το καγκουρό πού βρίσκεται το εργοστάσιο και εκείνο του είπε σε μια πεδιάδα μερικά χιλιόμετρα μακριά από εδώ. Μόλις άκουσαν αυτό το νέο ο φασιανός και το αρμαντίλλο, σκέφτηκαν τότε να επισκεφτούν στα γρήγορα το εργοστάσιο. Παίρνοντας μαζί τους τον κατάλληλο εξοπλισμό: μπουκάλια με νερό, καπέλα, γυαλιά ηλίου και διάφορα άλλα, ξεκίνησαν για τον προορισμό αυτόν. Μετά από πολλές ώρες κάνοντας και μερικά διαλείμματα, έφτασαν στο εργοστάσιο των παγωτών. Ζήτησαν από τον ρινόκερο εργαζόμενο μερικά παγωτά, αλλά για κακή τους τύχη δεν υπήρχαν. Ο υπάλληλος τους είπε ότι όσα παγωτά παρήγαγαν τις προηγούμενες μέρες, κάποιοι ήρθαν και τα αγόρασαν όλα. Τότε ο πάγκσλι άρχισε να μυρίζει το έδαφος και να βγαίνει έξω. Ο φασιανός και το αρμαντίλλο τον ακολούθησαν. Μετά από μία ώρα απόγευμα πια οι τρεις φίλοι σταμάτησαν σε μια καλύβα. Το αρμαντίλλο χτύπησε την πόρτα. Από εκεί εμφανίστηκε ένας πιγκουίνος με ένα παγωτό χωνάκι στη φτερούγα του. Μισή ώρα αργότερα τα τρία ζώα έμαθαν ότι ο πιγκουίνος μαζί με το ανακόντα και τον χαμαιλέοντα πήραν όλα τα κιβώτια με τα παγωτά για τον εαυτό τους. Οι τρεις φίλοι προσπάθησαν να τους πείσουν ότι υπάρχουν και άλλα ζώα που υποφέρουν από τη ζέστη και θα χαίρονταν αν έτρωγαν και εκείνα ένα παγωτό. Ο πιγκουίνος μαζί με το φίδι και τον χαμαιλέοντα αφού το σκέφτηκαν για λίγο και δέχτηκαν να βοηθήσουν. Μετέφεραν όλα τα κιβώτια των παγωτών στο εργοστάσιο και αναρωτήθηκαν πώς θα φτάσουν πιο σύντομα στην παραλία χωρίς να λιώσουν. Ο ρινόκερος που είχε μια γνωστή του, τη φώκια φορτηγατζή, της είπε να τους πάει εκεί. Ήταν απόγευμα και τα ζώα κατάφεραν να φτάσουν με το φορτηγό-ψυγείο στην παραλία. Τοποθέτησαν τα κιβώτια με τα παγωτά σε ένα σημείο με σκιά και άρχισαν να τα μοιράζουν σε όλους τους παρευρισκόμενους. Τα ζώα της παραλίας απολαμβάνοντας το παγωτό τους, τους ευχαρίστησαν για την καλή τους πράξη. Ταυτόχρονα είπαν "ευχαριστώ" και στη φώκια για την εξυπηρέτηση της. Ύστερα τα έξι ζώα άρχισαν να παίζουν μεταξύ τους βόλεϊ και ρακέτες. Ο πάγκσλι, ο φασιανός και το αρμαντίλλο αν και λίγο κουρασμένοι από αυτή την περιπέτεια, έπαιξαν ευχαριστημένοι μαζί με το νέους τους φίλους: τον πιγκουίνο, το ανακόντα και τον χαμαιλέοντα τα συγκεκριμένα αθλήματα και διασκεδάζοντας αυτό το Καλοκαίρι έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.
     
    Αρέσει σε αμφιθεα, kostas.k1970, triwps2014 και 4 σε άλλους.
  8. triwps2014

    triwps2014 Μαθητευόμενος στο φόρουμ

    υπερπαραγωγη!..το εγραψες τοσο καλα που ητανε σαν να το βλεπω σε κινουμενο σχεδιο!
     
    Αρέσει στους -lousi-leon2001 και FARMER.GP.
  9. elena101960

    elena101960 Επιβλέπων του φόρουμ

    Ο χορός της γαλάζιας πανσέληνου

    Ο χειμώνας είχε αρχίσει σιγά-σιγά να εγκαταλείπει το πανέμορφο δάσος και τη θέση του να παίρνει η γλυκιά άνοιξη,μπορεί να ήταν ακόμα νωρίς,αλλά ο ήλιος που άρχισε να ζεσταίνει περισσότερο και να λειώνει το χιόνι,έδινε μια ζεστή πνοή στους κατοίκους του δάσους.
    Και η πράσινη κοιλάδα όμως,που βρίσκεται στην άλλη άκρη του δάσους,άρχισε να ετοιμάζεται για το πολύχρωμο χαλί των λουλουδιών που θα φανερωνόταν μεγαλοπρεπές και πανέμορφο σαν πίνακας ζωγραφικής.
    Μα τι είναι αυτά τα δύο γκρι μπαλάκια που κατρακυλούν στο λιγοστό χιόνι που έχει απομείνει???
    Μα βέβαια.δεν είναι τίποτε άλλο από τους μικρούς μας φίλους τον Λάκη και τη Λούση τα αγαπημένα μας σκαντζοχοιράκια που κατοικούν με την καλή μας ποντικίνα Μιμίκα,θυμάστε την αδελφή της γλυκιάς μας Λιλίκας.
    Σήμερα λοιπόν θα σας διηγηθώ την ιστορία των δύο μικρών μας φίλων που συνέπεσε με την άφιξη της Μιμίκας στην γοργονοχώρα.
    Κόκκινη κλωστή δεμένη στην ανέμη τυλιγμένη,δώστης κλότσο να γυρίσει παραμύθι ν’αρχινίσει!!!
    ‘Ηταν πριν 5 χρόνια,πλησίαζε το Πάσχα και όλοι οι κάτοικοι του δάσους είχαν αρχίσει τις ετοιμασίες για την μεγάλη γιορτή.Να καθαρίσουν τα σπιτάκια τους,να φτιάξουν τα λαχταριστά γλυκά τους,να βάψουν τα αυγά,να αγοράσουν δωράκια για τους φίλους και να περάσουν όλοι μαζί ένα μαγευτικό Πάσχα.
    Έτσι λοιπόν και οι δύο αγαπημένες ποντικίνες μας η Λιλίκα και η Μιμίκα χαρούμενες και ενθουσιασμένες είχαν ξεκινήσει τις ετοιμασίες.
    Όλα πήγαιναν θαυμάσια μέχρι που ο Νέστορας ο χρυσαετός,ένα ηλιόλουστο πρωινό έφερε ένα γράμμα στις δυο φίλες μας.’Ενας μεγάλος λευκός φάκελος με μια κίτρινη σφραγίδα που απεικόνιζε έναν καταγάλανο καταρράκτη.Οι φίλες μας κοιτάχτηκαν με απορία,γιατί στον φάκελο υπήρχαν μόνο τα ονόματά τους και τίποτε άλλο ώστε να φανερώνει ποιος ήταν ο αποστολέας.
    -Νέστορα,ποιος σου έδωσε το γράμμα ρώτησαν οι ποντικίνες μας???
    -Κανένας απάντησε ο χρυσαετός,το βρήκα πεταμένο στον κήπο σας και για να μην το πάρει ο αέρας σας το έφερα.
    -Σε ευχαριστούμε πολύ καλέ μας φίλε απάντησαν οι ποντικίνες.
    -Μιμίκα είπε η Λιλίκα λίγο φοβισμένα,λέω να πάμε μαζί στη σοφή μας κουκουβάγια να διαβάσουμε το γράμμα.
    -Αυτό θα σου πρότεινα και εγώ είπε η Μιμίκα.Έτσι οι καλές μας φίλες,έβγαλαν τις ποδίτσες τους,έβαλαν τα καλά τους φορεματάκια με τα ασορτί καπελάκια και ξεκίνησαν για το σπιτάκι της κουκουβάγιας.
    Η σοφή κουκουβάγια ήταν καθισμένη στο ψηλότερο κλαδί της γέρικης βελανιδιάς και όπως συνήθως διάβαζε το μεγάλο μαγικό βιβλίο της.
    -Καλημέρα καλή μας φίλη ακούστηκαν οι γλυκιές φωνούλες των ποντικίνων.
    -Καλή σας μέρα φίλες μου,τι σας φέρνει τόσο πρωί στο σπιτικό μου απάντησε η κουκουβάγια.
    ‘Εχουμε ένα σοβαρό πρόβλημα και μόνο εσύ μπορείς να μας βοηθήσεις σοφή μας κουκουβάγια είπε η Λιλίκα, κουνώντας το κεφαλάκι της ότι συμφωνεί και η Μιμίκα.
    Η κουκουβάγια άνοιξε τα πελώρια φτερά της και κατέβηκε στο χαμηλότερο κλαδί.
    -Τι συμβαίνει και είστε τόσο αναστατωμένες???οι ποντικίνες της έδωσαν τον κλειστό φάκελο.Πριν λίγο λάβαμε αυτό το γράμμα,αλλά δεν ξέρουμε ποιος μας το στέλνει,να κοίταξε,έχει μόνο τα ονόματά μας.
    Η κουκουβάγια καθάρισε τα γυαλιά της και κοίταξε με προσοχή τον φάκελο.Τα γράμματα ήταν καλλιγραφικά και μια όμορφη μυρωδιά έφτανε στη μύτη της…και…μάλιστα είπε η φίλη μας…ο καταρράκτης.
    -Ας ανοίξουμε λοιπόν τον φάκελο είπε η κουκουβάγια χαμογελώντας.Ένα χρυσό νούφαρο φανερώθηκε με μια υπέροχη μυρωδιά και ένα ολόλευκο χαρτί με γαλάζια γράμματα.
    Οι δύο μικρές ποντικίνες κοίταζαν με θαυμασμό,πρώτη φορά έβλεπαν ένα τόσο όμορφο νούφαρο και η σοφή κουκουβάγια συνέχισε.
    -Καλές μου φίλες το γράμμα σας το στέλνει η βασίλισσα των γοργόνων Ματίλντα.
    -Η γοργόνα????κοιτάχτηκαν οι φίλες μας,μα δεν την γνωρίζουμε είπαν απορημένες.
    -Εκείνη όμως σας ξέρει…ακούστε,ακούστε τι γράφει:
    << Καλές μου ποντικίνες σας χαιρετώ,ξέρω ότι θα σας φανεί παράξενο το γράμμα μου,γιατί δεν με γνωρίζετε,εγώ όμως σας ξέρω από τις πληροφορίες που έχω πάρει.
    Πήρα το θάρρος να σας γράψω για να γυρέψω μια μεγάλη χάρη,γνωρίζω ότι είστε οι καλύτερες μοδίστρες και γνωστές σε δάση και θάλασσες,έτσι φέτος αποφασίσαμε να δώσουμε μια παράσταση νεραϊδογοργόνων,επειδή όμως δεν έχουμε φτερά,σκεφτήκαμε εσάς,έτσι ώστε να μας βοηθήσετε να τα ράψουμε,θα έχετε ότι χρειαστείτε.Μεταξωτά υφάσματα,μαργαριτάρια,πολύτιμα πετράδια και ότι άλλο θελήσετε,πρέπει όμως να μας επισκεφθείτε εσείς,γιατί εμείς όπως καταλαβαίνετε δεν μπορούμε να έρθουμε.Θα είμαστε ευγνώμονες αν δεχθείτε να μας βοηθήσετε,έτσι ώστε ο μεγάλος χορός της γαλάζιας πανσέληνου να στεφθεί με επιτυχία>>
    Με εκτίμηση
    Γοργόνα,βασίλισσα Ματίλντα [​IMG]

    Η κουκουβάγια δίπλωσε το γράμμα,το έβαλε στο φάκελο και μαζί με το χρυσό νούφαρο το έδωσε στις φίλες μας και τους είπε: η απόφαση είναι δική σας και είμαι σίγουρη ότι θα πάρετε την καλύτερη και σωστότερη και με ένα πέταγμα βρέθηκε πάλι στο ψηλότερο κλαδί παρέα με το αγαπημένο της βιβλίο.
    Οι φίλες μας κοιτάχτηκαν όχι πια φοβισμένες,αλλά προβληματισμένες και πήραν τον δρόμο του γυρισμού.
    Σε όλο τον δρόμο ήταν αμίλητες και σκεπτικές,μόλις έφτασαν στο σπιτάκι τους κάθησαν στο σαλονάκι τους και η Λιλίκα προθυμοποιήθηκε να φτιάξει ζεστή σοκολάτα με σαντιγύ,τώρα ήταν ότι έπρεπε το γλυκό αυτό ρόφημα.
    Η Μιμίκα με ύφος αφηρημένο κοιτούσε έξω από το παράθυρο μέχρι να ακούσει την γλυκιά φωνούλα της αδελφής της που την ρωτούσε:
    Τι θα κάνουμε Μιμίκα???πρέπει να εγκαταλείψουμε το σπιτάκι μας για μεγάλο χρονικό διάστημα,αλλά δεν μπορούμε να αφήσουμε και τις γοργόνες αβοήθητες,τι λες???
    Η Μιμίκα της χαμογέλασε, έπιασε απαλά τα χέρια της και της είπε: και το σπιτάκι μας δεν θα αφήσουμε και τις γοργόνες θα βοηθήσουμε Λιλίκα μου.
    -Μα πως…πως θα γίνει αυτό???ρώτησε η Λιλίκα.
    -Γιατί πολύ απλά δεν θα πάμε και οι δυο μας,εσύ θα μείνεις εδώ,θα φροντίζεις το σπιτάκι μας και θα πάω εγώ στη γοργονοχώρα.
    -Όχι,όχι Μιμίκα μου,δεν μπορώ να σε αφήσω να πας μόνη σου,δεν μπορώ να σε αποχωριστώ.
    -‘Ακουσέ με Λιλίκα,είναι δύσκολο να έρθεις και εσύ,γιατί γνωρίζουμε και οι δυο πόσο ευαίσθητη είσαι και η υγρασία της θάλασσας θα επιβαρύνει την υγεία σου.
    Και πράγματι έτσι ήταν.Όταν ήταν ακόμα μωρό η Λιλίκα είχε αρρωστήσει από βαρύ κρυολόγημα,τόσο που κινδύνεψε να χάσει την ζωή της.Από τότε ο οργανισμός της ήταν πολύ ευπαθής και χρειαζόταν μεγάλη προσοχή,ειδικά στην αλλαγή του καιρού.Η Μιμίκα δεν υπήρχε περίπτωση να επιβαρύνει την κατάσταση της υγείας της πολυαγαπημένης της αδελφής.
    Αντίθετα η Μιμίκα ήταν σκληραγωγημένη,εκείνη έκανε τις πιο βαριές και εξωτερικές δουλειές.
    Η Λιλίκα κατέβασε το κεφαλάκι της στενοχωρημένη και με δάκρυα στα μάτια αγκάλιασε την αδελφή της.
    -‘Ελα,έλα τώρα,όλα θα πάνε καλά,είπε η Μιμίκα φανερά συγκινημένη,έχουμε πολύ δουλειά μπροστά μας,πρέπει να κάνουμε τις απαραίτητες ετοιμασίες για το ταξίδι.
    Εκείνο το βράδυ πέρασε με τις ποντικίνες μας να πίνουν την ζεστή σοκολάτα τους και να σχεδιάζουν με την παραμικρή λεπτομέρεια το ταξίδι της Μίμίκας.
    Το πρωινό βρήκε τις φίλες μας να φτιάχνουν τις βαλίτσες της Μιμίκας με όλα τα απαραίτητα.Μη ξεχάσεις την πλεκτή ζακετούλα σου είπε η Λιλίκα και το βαλιτσάκι με τις κλωστές σου,να πάρεις και τις χοντρές καλτσούλες,καλύτερα και το κασκόλ σου.
    Η Μιμίκα άρχισε να γελάει,πέρασε ο χειμώνας Λιλίκα μου και δεν πηγαίνω στον Βόρειο Πόλο.Ναι έχεις δίκιο απάντησε η Λιλίκα και άρχισε και εκείνη τα γέλια.
    Όλα ήταν έτοιμα,αλλά υπήρχε ένα πρόβλημα,η μεταφορά της στην γοργονοχώρα.
    Ο Νέστορας δεν μπορούσε να κάνει ένα τόσο μεγάλο ταξίδι,θα χρειάζονταν δυο μέρες για να φτάσουν,ίσως και περισσότερο με το επιπλέον φορτίο,άλλωστε έπρεπε να διανυκτερεύσουν στο μαύρο δάσος και αυτό ήταν πολύ επικίνδυνο και για τους δυο.
    Η Μιμίκα σκεπτόταν ακόμα,όταν άκουσε να την καλημερίζει ο ‘Αβερυ,ο καλοκάγαθος γίγαντας.
    -Καλημέρα Μιμίκα,έμαθα για το μεγάλο ταξίδι που θα κάνεις και ήρθα να σε αποχαιρετήσω.
    -Αυτό είναι,είπε χαμογελώντας η φίλη μας.Καλώς ήρθες καλέ μου φίλε αποκρίθηκε στον γίγαντα,θέλω όμως να σου ζητήσω μια μεγάλη χάρη.
    -Με μεγάλη μου χαρά,ότι θέλεις της απάντησε ο γίγαντας.
    Η φίλη μας του εξήγησε την όλη κατάσταση και πως θα ήταν ευγνώμων αν μπορούσε να την μεταφέρει εκείνος στην γοργονοχώρα γιατί με τα πελώρια πόδια του θα έφταναν σε μισή ώρα.
    -Είναι το λιγότερο που μπορώ να κάνω για σένα αγαπημένη μου φίλη είπε ο γίγαντας,όποτε είσαι έτοιμη ξεκινάμε.
    Η Μιμίκα φώναξε την Λιλίκα να την βοηθήσει να δώσουν τις αποσκευές της στον γίγαντα που χωρούσαν όλες στην μια του παλάμη.Η ώρα του αποχωρισμού ήταν πολύ δύσκολη και η Μιμίκα αγκαλιάζοντας την αδελφή της είπε:
    -Λιλίκα μου μη στενοχωριέσαι,σε λίγο καιρό θα είμαι πάλι κοντά σ’εσένα και τους αγαπημένους μας φίλους,θα στέλνω τα νέα μου με τον γίγαντα που στο εξής θα είναι ο αγγελιοφόρος μας,έτσι δεν είναι ‘Αβερυ??? απευθύνθηκε γλυκά στον γίγαντα.
    -Έτσι είναι Μιμίκα μου,θα είναι μεγάλη μου χαρά να βοηθήσω σε ότι με χρειαστείς είπε ο γίγαντας και άπλωσε το άλλο του χέρι και με απαλή κίνηση ανέβασε την φίλη μας στην παλάμη του.Ήταν έτοιμοι να ξεκινήσουν όταν είδαν όλους τους κατοίκους του δάσους να είναι συγκεντρωμένοι για να αποχαιρετήσουν την φίλη μας και με μεγάλη συγκίνηση εύχονταν να είναι πάλι γρήγορα κοντά τους.
    Ο γίγαντας άρχισε να κάνει τόσο μεγάλες δρασκελιές που σε λίγη ώρα είχαν περάσει στην απέναντι μεριά του δάσους και ατένιζαν την πράσινη κοιλάδα.
    Σταμάτησε για λίγο και κατέβασε την Μιμίκα.Η φίλη μας έστρωσε κάτω από τον μεγάλο πλάτανο το καρό τραπεζομάντηλο και μαζί με όλα τα καλούδια που είχε ετοιμάσει έδωσε στον γίγαντα την αγαπημένη του τάρτα με βατόμουρα.Ενθουσιασμένος ο γίγαντας απολάμβανε μαζί με την φίλη μας το γεύμα τους,όταν μέσα από τα φυλλώματα ακούστηκαν ψιλές,πνικτές φωνούλες σαν κλάματα.Η Μιμίκα είπε στον γίγαντα να κάνει απόλυτη ησυχία για να ακούσει καλύτερα και πράγματι ήταν κλάματα μωρού.
    -‘Αβερυ το ακούς???είπε η φίλη μας στον γίγαντα.Ο ‘Αβερυ έσκυψε και ακούμπησε το αυτί του στο έδαφος…ναι,ναι Μιμίκα μου,ακούω κλάματα.
    -Γρήγορα φίλε μου,πρέπει να βρούμε από πού έρχονται και με την βοήθεια του γίγαντα άρχισαν να ψάχνουν στα φυλλώματα,όταν ξαφνικά εμφανίστηκαν μπροστά τους δυο μικροσκοπικά σκαντζοχοιράκια.
    -‘Ηταν πολύ αδύναμα,πρέπει να ήταν νηστικά μέρες,αλλά συγχρόνως πολύ φοβισμένα.
    Η ποντικίνα μας πλησίασε και άρχισε να τους μιλάει γλυκά,να τους τραγουδάει λέγοντας τους ότι δεν έχουν τίποτα να φοβηθούν.
    -‘Αβερυ,άνοιξε γρήγορα το σεντούκι και φέρε μου το λευκό σεντόνι με τις ροζ καρδούλες πρόσταξε η Μίμίκα τον γίγαντα.
    Ο γίγαντας με μια κίνηση έδωσε το σεντόνι στην ποντικίνα και εκείνη με απαλές κινήσεις τύλιξε τα σκαντζοχοιράκια και τα απομάκρυνε από το υγρό έδαφος.
    ‘Ετρεμαν ακόμα από το κρύο και τον φόβο,αλλά η γλυκιά μας ποντικίνα πολύ γρήγορα με την φροντίδα και την αγάπη της κέρδισε την εμπιστοσύνη τους.
    -Πρέπει να πεινάνε είπε ο γίγαντας,τι θα τα ταϊσουμε Μιμίκα???η φίλη μας σκέφθηκε για λίγο και απάντησε στον γίγαντα.
    -Καλέ μου φίλε ψάξε να βρεις μούρα,σίγουρα τέτοια εποχή υπάρχουν πολλά,μάζεψε όσα περισσότερα μπορείς.
    Αμέσως ο γίγαντας απομακρύνθηκε και σε λίγα λεπτά γύρισε με τις χούφτες του γεμάτες κόκκινα μούρα.
    -Μπράβο ‘Αβερυ,είπε ενθουσιασμένη η φίλη μας.Αμέσως έβγαλε το δαντελένιο μαντηλάκι της,έβαλε μέσα λίγα μούρα το έκλεισε καλά και άρχισε να το πιέζει,έτσι ώστε ο χυμός τους να πέφτει στα στοματάκια των μικρών σκαντζόχοιρων.
    ‘Αρχισαν να πίνουν με μεγάλη βουλημία,ώσπου χορτάτα τώρα πια τα πήρε ο ύπνος.Οι φίλοι μας ήταν πολύ χαρούμενοι που έσωσαν τα μικρά σκαντζοχοιράκια και η αγαπημένη μας ποντικίνα θα ήταν τώρα η μαμά τους,εκείνη που θα τα αγαπούσε,θα τα φρόντιζε,θα τα μεγάλωνε.Η ποντικίνα ζήτησε από τον γίγαντα να της φέρει και μια πλεκτή κουβερτούλα από το σεντούκι,έτσι θα τα κρατούσε ζεστά,μέχρι να φτάσουν στον προορισμό τους.Έτσι και έγινε..η φίλη μας έχοντας αγκαλιά τα μωρά σκαντζοχοιράκια μέσα στην παλάμη του γίγαντα,ξεκίνησαν για την γοργονοχώρα που δεν θα αργούσε να φανεί.
    Τώρα άκουγαν την μουσική του νερού να τους καλεί και ξαφνικά βρέθηκαν στο ξέφωτο με τους κρεμαστούς κήπους,τους πανέμορφους καταρράκτες,τα πανύψηλα καταπράσινα δένδρα και τις αφάνταστες γοργόνες να κολυμπούν και να παίζουν γύρω από τον μεγαλοπρεπή θρόνο φτιαγμένο από φιλντισένια αχιβάδα,όπου καθόταν εκθαμβωτική η βασίλισσα Ματίλντα.
    Σταμάτησαν μαγεμένοι μπροστά σε αυτή την μοναδική εικόνα,ο γίγαντας σαν μαρμαρωμένος δεν μπορούσε να κάνει βήμα και η μικρή μας φίλη Μιμίκα εντυπωσιασμένη δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη.
    Η βασίλισσα Ματίλντα,γνώριζε από νωρίς τον ερχομό τους,οι ερωδιοί την είχαν ειδοποιήσει και με πολλή χαρά τους φώναξε να έρθουν κοντά τους.
    -‘Αβερυ πάμε είπε η Μιμίκα στον γίγαντα,πρέπει να φροντίσουμε και τα σκαντζοχοιράκια.
    -Ναι,ναι Μιμίκα πάμε,είπε ο καλός γίγαντας μη μπορώντας να συνηθίσει την ομορφιά του τοπίου.
    Πλησίασαν κοντά και ο γίγαντας αφού χαιρέτησε την βασίλισσα και τις γοργόνες,άφησε μαλακά στο έδαφος την Μιμίκα που κρατούσε στην αγκαλιά της τους μικρούς μας φίλους.
    Η Ματίλντα γλίστρησε από τον θρόνο της και με ένα τίναγμα της γαλαζοπράσινης ουράς της βρέθηκε κοντά τους.
    -Καλώς ήρθατε φίλοι μου,σας ευχαριστώ πολύ που ανταποκριθήκατε στο κάλεσμά μου,εγώ και οι γοργόνες μου θα σας βοηθήσουμε σε ότι χρειαστείτε.
    -Χαιρόμαστε πολύ που βλέπουμε εσάς και την πανέμορφη χώρα σας απάντησε η Μιμίκα,πρέπει όμως πρώτα να φροντίσουμε του απρόσμενους μικρούς μας φίλους που βρήκαμε στο διάβα μας είπε η ποντικίνα και άνοιξε προσεκτικά την πλεκτή κουβερτούλα για να φανούν δυο μικροσκοπικά σκαντζοχοιράκια να κοιμούνται.
    Είναι πανέμορφα είπε με ενθουσιασμό η Ματίλντα και η Μιμίκα της εξιστόρησε πως τα βρήκαν.Πρέπει να ξεκουραστείτε είπε η βασίλισσα και τους έδειξε στην άκρη της λίμνης ένα σπιτάκι φτιαγμένο από κοράλια,αχιβάδες και πολύχρωμα όστρακα.
    Η Μιμίκα νόμιζε ότι ζει σε όνειρο,μέσα στο σπιτάκι υπήρχε ότι μπορεί να ζητήσει κάποιος…σαλόνι,κουζίνα,κρεβατοκάμαρα και ένας ειδικός διαμορφωμένος χώρος μοδιστρικής,με όλες τις κλωστές,τα χρώματα,πούλιες χρυσές,ασημένιες,κουμπιά σε πολλά σχέδια,πολύχρωμες κορδέλες με χρυσαφί ανταύγειες,πολύτιμες πέτρες,μεταξωτά υφάσματα σε λογιόν-λογιόν χρώματα και τόσα πολλά άλλα που ήταν τακτοποιημένα σε ράφια και συρτάρια.
    Το απίστευτο όμως ήταν η ραπτομηχανή.Φτιαγμένη από λεπτά όστρακα και πέτρες,στολισμένη με λουλούδια της θάλασσας…κρίνους,ανεμώνες,ασφόδελους,μια πανδαισία χρωμάτων.
    Η Μιμίκα τα κοιτούσε όλα αυτά μαγεμένη μέχρι την στιγμή που τα μικρά σκαντζοχοιράκια άρχισαν να ξυπνάνε και να πεινάνε.
    Η καλή μας ποντικίνα τα ακούμπησε μαλακά στο πουπουλένιο,μεταξωτό στρώμα,άρχισε να τους μιλάει γλυκά,να τους τραγουδάει και να τα ταίζει με τον χυμό μούρων,χρειάστηκε πολύ λίγη ώρα για να αποκοιμηθούν ξανά.
    Βγήκε από το σπιτάκι για να ευχαριστήσει την βασίλισσα για όλα τα εκπληκτικά που είχε ετοιμάσει,όταν εκείνη την στιγμή πλησίασαν δύο πανέμορφοι λευκοί κύκνοι φέρνοντας μια μικρή φινετσάτη κούνια.Την ακούμπησαν προσεκτικά στην ακτή και απομακρύνθηκαν.
    Αυτό είναι ένα δώρο για τους μικρούς μας φίλους είπε η Ματίλντα πλησιάζοντας την Μιμίκα.
    -Δεν ξέρω με τι λόγια να σε ευχαριστήσω καλή μου βασίλισσα είπε η ποντικίνα με μεγάλη συγκίνηση.
    -Εγώ και οι γοργόνες μου σου χρωστάμε ευγνωμοσύνη Μιμίκα,που δέχτηκες να έρθεις στην χώρα μας,να λείψεις για μεγάλο χρονικό διάστημα από την αδελφή σου και τους φίλους σου έτσι ώστε να μας βοηθήσεις στο μεγάλο γεγονός της χρονιάς<<την γαλάζια πανσέληνο>>.
    Με όλα αυτά η Μιμίκα ξέχασε τον ‘Αβερυ και ξαφνικά άρχισε να τον φωνάζει.
    Εδώ είμαι Μιμίκα της απάντησε,παίζω με τις γοργόνες,κοίτα τι μου χάρισαν,μια μεγάλη αχιβάδα,έτσι ώστε να ακούω την μουσική της θάλασσας.Ο καλός μας γίγαντας έκανε σαν μικρό παιδί,γιατί στην πραγματικότητα είχε την αθώα ψυχή μικρού παιδιού,είχε έρθει όμως η ώρα να επιστρέψει στο δάσος.
    -Καλέ μου φίλε-είπε η Μιμίκα-να πεις σε όλους ότι θα είμαι πολύ καλά και σύντομα θα τα πούμε ξανά,θα σε περιμένω δυο φορές τον μήνα,έτσι ώστε να μαθαίνω τα νέα των φίλων μου και να μεταφέρεις τα δικά μου.
    -Σ’ευχαριστώ πολύ για όλα και του έγνεψε να σκύψει για να του δώσει ένα φιλί με απέραντη αγάπη.
    Ο γίγαντας αποχαιρέτησε την βασίλισσα,τις γοργόνες,την Μιμίκα,φίλησε απαλά και τρυφερά τα δυο σκαντζοχοιράκια και πήρε τον δρόμο του γυρισμού,κάθε τόσο γύριζε να τους κοιτάζει,μέχρι που χάθηκε πίσω από τα πανύψηλα δένδρα.
    Και τώρα δουλειά μονολόγησε η Μιμίκα,είχε τόσα πολλά να κάνει και ο χρόνος ήταν λιγοστός.Μετέφερε την κούνια με τα σκαντζοχοιράκια στο πανέμορφο εργαστήρι,έτσι ώστε να τα έχει κοντά της να τα προσέχει και ξεκίνησε την ετοιμασία των νεραϊδένιων φτερών.Πολύχρωμα υφάσματα απλώθηκαν στον πάγκο ραπτικής,οι πούλιες και τα πολύχρωμα πετράδια έλαμπαν.Η καλή μας φίλη έκοβε,έραβε,κεντούσε,η πανέμορφη ραπτομηχανή δεν σταματούσε στιγμή.
    Τέσσερα λαπμπερά ματάκια την παρακολουθούσαν τώρα,της χαμογελούσαν μέσα από τα ζεστά τους σκεπάσματα και η ποντικίνα μας σταματούσε συχνά από την εργασία της,για να τα χαϊδέψει,να τα ταίσει,να τα νανουρίσει.
    Ύστερα από πολλές ώρες εργασίας τα πρώτα φτερά ήταν έτοιμα και όταν τα έδειξε στις γοργόνες,ένας ήχος θαυμασμού ακούστηκε.Ήταν αφάνταστα όμορφα.
    Πολύχρωμα,λαμπερά,με εξαιρετική φινέτσα,έμοιαζαν σαν πραγματικά φτερά νεραϊδών.Την μέρα καθρεφτιζόταν ο ήλιος και την νύχτα το φεγγάρι στην υπέροχη διαφάνεια τους.Οι μέρες περνούσαν με την φίλη μας να δουλεύει ασταμάτητα.Τα μικρά σκαντζοχοιράκια είχαν αρχίσει να περπατούν και δεν έφευγαν στιγμή από κοντά της.Ζωηρά όπως ήταν έπαιζαν με τις πολύχρωμες κορδέλες,μπέρδευαν τις κλωστές,αλλά η Μιμίκα δεν τα μάλωνε,αντίθετα γελούσε με τις αταξίες τους.Ήταν μια ευκαιρία να ξεκουραστεί λιγάκι,να παίξει μαζί τους,είχε γίνει πια η μαμά τους,που τα φρόντιζε και τα αγαπούσε πάρα πολύ.Οι μέρες,οι μήνες περνούσαν γρήγορα,ο γίγαντας Άβερυ τους επισκεπτόταν και έτσι η Μιμίκα μάθαινε τα νέα της αδελφής της και των φίλων της.
    Δύο μέρες απέμειναν από το χορό της γαλάζιας πανσέληνου και όλα τα φτερά ήταν έτοιμα.Οι γοργόνες ήταν τόσο ενθουσιασμένες και η βασίλισσα Ματίλντα δεν μπορούσε να κρύψει την χαρά και τον θαυμασμό της για την εξαιρετική δουλειά της Μιμίκας.
    Η μεγάλη νύχτα έφτασε.Το γαλάζιο φεγγάρι ακουμπούσε στη θάλασσα και έδινε μια μαγική λάμψη.Οι λευκοί κύκνοι σχημάτισαν έναν μεγάλο κύκλο και οι γοργόνες με την βασίλισσά τους,φορώντας τα φτερά,άρχισαν τον χορό.Οι ροζ ερωδιοί πέταξαν και σχημάτισαν έναν δεύτερο κύκλο πάνω από τις γοργόνες.Τα φτερά έδιναν μια ξεχωριστή αίσθηση σε όλη αυτή την αρμονία.
    Η Μιμίκα κρατώντας τα σκαντζοχοιράκια αγκαλιά κοιτούσε μαγεμένη.Δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που έβλεπε…τόση εκθαμβωτική ομορφιά!!!
    Η μαγεία αυτή κράτησε μέχρι τα ξημερώματα,ώσπου το φεγγάρι χάθηκε και ο ήλιος άρχισε να δείχνει σιγά-σιγά τις χρυσαφένιες ακτίνες του.
    Η Μιμίκα με τους μικρούς μας φίλους άρχισε να ετοιμάζεται για το ταξίδι του γυρισμού.Είχαν περάσει 3 μήνες από τότε που ήρθε στην γοργονοχώρα.
    Όλα ήταν έτοιμα.Ο Άβερυ πήρε προσεκτικά τη κούνια με τον Λάκη και τη Λούση στην παλάμη του και περίμενε την Μιμίκα να αποχαιρετήσει τις γοργόνες.
    Η βασίλισσα Ματίλντα φανερά συγκινημένη είπε στη Μιμίκα.
    <<Αγαπημένη μου φίλη,δεν έχω λόγια να εκφράσω όλα όσα έκανες για εμάς.Σαν ένα μικρό δείγμα της ευγνωμοσύνης μου,σου προσφέρω το μωβ μαργαριτάρι.
    Όποτε χρειαστείς την βοήθειά μου άγγιξέ το και πες το όνομά μου.Αμέσως θα αλλάξει το χρώμα του σε γαλάζιο και να είσαι σίγουρη ότι θα λάβω το μήνυμά σου>>.
    Μέσα στην κατάλευκη αχιβάδα φάνταζε αστραφτερό το μωβ μαργαριτάρι.Η Μιμίκα το έσφιξε με αγάπη και το έφερε στο μέρος της καρδιάς.
    <<Εκεί θα ζείτε πάντα,με πολλή αγάπη και στοργή>>,απάντησε η ποντικίνα μας και αγκάλιασε τρυφερά την βασίλισσα,ευχαριστώντας την για όλα τα θαυμάσια που έζησε στη χώρα της.
    Ο Άβερυ άπλωσε την παλάμη του για να ανεβεί η Μιμίκα,η ώρα του γυρισμού είχε φτάσει.Πριν χαθούν στο δάσος η φίλη μας γύρισε να κοιτάξει πίσω της για μια ακόμα φορά.
    Η μαγική εικόνα της πανέμορφης χώρας με τις πεντάμορφες,καλωσυνάτες γοργόνες,θα ήταν χαραγμένη για πάντα στη ψυχή της.
     
    Αρέσει σε GaTe987, toylaaaaa, soyla74 και 3 σε άλλους.
  10. elena101960

    elena101960 Επιβλέπων του φόρουμ

    Το μαγικό φυλαχτό

    Το φθινόπωρο έκανε την εμφάνισή του μεγαλοπρεπές.
    Τα πανύψηλα δένδρα έπαιζαν με το αεράκι που φυσούσε απαλά σκορπίζοντας τα πολύχρωμα φύλλα τους στο έδαφος δημιουργώντας ένα υπέροχο χαλί με χάλκινα,πορτοκαλί,μπεζ χρώματα.
    Οι κάτοικοι του δάσους είχαν αρχίσει τις προετοιμασίες για τον επερχόμενο χειμώνα.
    Ο Λάμπης το λαγουδάκι από το πρωί καθάριζε την καμινάδα.
    Ο Κλέων και η Μυρτώ τα μικρά σκιουράκια,καθάριζαν με μεγάλη επιμέλεια το σπιτάκι τους και τακτοποιούσαν στην αποθήκη τους τα καρύδια,τους καρπούς,τα φρούτα.
    Ο Βύρωνας το αρκουδάκι,κοιτούσε με ευχαρίστηση τις γυάλες με το μέλι που είχε μαζέψει.
    Η Σωσώ,η πανέμορφη κανελί αλεπού με την φουντωτή ουρά,είχε στρώσει την φωλιά της ζεστά με πούπουλα και φτερά.
    Στη γέρικη ιτιά η Σοφία η πολυδιαβασμένη και ξακουστή κουκουβάγια καθισμένη στη κουνιστή καρέκλα της,αναπολούσε τα παιδικά της χρόνια μέσα από φωτογραφίες του άλμπουμ που ξεφύλλιζε.
    Το βλέμμα της στάθηκε με απορία στη φωτογραφία που ήταν μωρό στη κούνια και έπαιζε με την κρεμαστή ξύλινη κουκουβάγια που είχε σκαλίσει με πολύ αγάπη ο πατέρας της και από τότε δεν την αποχωριζόταν ποτέ.
    Η αγαπημένη μου κουκουβάγια ψιθύρισε ενώ έκλεινε το άλμπουμ.
    Που να είναι άραγε???πάνε χρόνια που έχω να την δω…πρέπει να ψάξω.Μία αδιόρατη ανησυχία την κυρίευσε,με την αγωνία εμφανή να ψάχνει για την ξύλινη κουκουβάγια.Αποκλείεται να την είχε πετάξει,ήταν το αγαπημένο της παιχνίδι.
    ‘Αρχισε να ψάχνει παντού,σε συρτάρια,σε ντουλάπια,σε σεντούκια…αλλά μάταια.
    Κάθισε κουρασμένη και λυπημένη στην πολυθρόνα της,όταν ξαφνικά αναφώνησε…<<η σοφίτα>>,πως δεν το σκέφθηκα νωρίτερα.
    Ανέβηκε γρήγορα στη σοφίτα,εκεί που υπήρχαν αντικείμενα γνώριμα και αγαπημένα.Το βλέμμα της στράφηκε σε ένα κόκκινο κιβώτιο.
    Πλησιάσε και το άνοιξε.Τα μεγάλα υπέροχα πράσινα μάτια της που δάκρυσαν από ευτυχία,αντίκρισαν αυτό που χρόνια τώρα είχε ξεχάσει.
    Η αγαπημένη ξύλινη σκαλιστή κουκουβάγια ήταν εκεί.
    Κατέβηκε από τη σοφίτα,κάθισε αναπαυτικά στην πολυθρόνα της και άρχισε να την περιεργάζεται με προσοχή.Τι όμορφες αναμνήσεις ξεπήδησαν,τι γαλήνη και ευτυχία επικρατούσε στην ψυχή της.
    Χαϊδεύοντας με λαχτάρα το αγαπημένο της παιχνίδι,στάθηκε σε μία μικρή σχισμή στη πλάτη της,κάτι που δεν το είχε προσέξει στο παρελθόν.Κοίταξε με προσοχή και στο εσωτερικό της διέκρινε ένα μικρό χαρτάκι.Με το αιχμηρό της νύχι,αλλά πολύ προσεκτικά,έσυρε προς τα έξω μια μικροσκοπική περγαμηνή με αναλλοίωτα τα καλλιγραφικά χρυσά γράμματα που έγραφαν:
    <<Όταν το μήνυμα αυτό διαβάσεις
    γοργά πρέπει να πετάξεις
    στο μαύρο δάσος να βρεθείς
    το φυλαχτό που χάθηκε να βρεις
    >>


    Διάβασε ξανά και ξανά το μήνυμα…ποιό φυλαχτό???και στο μαύρο δάσος???όποιος επιχείρησε να το περάσει δεν εμφανίστηκε ποτέ ξανά.
    Σηκώθηκε βιαστικά και άνοιξε το μαγικό βιβλίο της.Τα φύλλα γυρνούσαν πολύ γρήγορα και σταμάτησαν στη σελίδα που εμφανιζόταν ένα πράσινο πετράδι περιτριγυρισμένο με περίτεχνα χρυσά φύλλα και τρία σύμβολα να κρέμονται..ο άνεμος,το νερό και ο αετός.
    Το φυλαχτό της τύχης,της ευημερίας,της ελευθερίας…και συνέχισε να διαβάζει.
    <<Σε χέρια ξένου αν βρεθεί,η καταστροφή δεν θα αργήσει να φανεί.
    Αν θέλεις πάλι να το δεις,στη χώρα των νάνων θα το βρεις>>.
    Οι σκέψεις της αποσπάσθηκαν από το δυνατό χτύπημα στη πόρτα της.
    Έκλεισε το βιβλίο και έσπευσε να ανοίξει στον βιαστικό επισκέπτη της.
    Στο κατώφλι της ένας νάνος με αγωνία να προσπαθεί να αρθρώσει λέξεις,με εμφανή την αγωνία στο πρόσωπό του.
    -‘Ηρεμα καλέ μου φίλε είπε η κουκουβάγια,πέρασε μέσα και θα μιλήσουμε για τον λόγο της επίσκεψής σου.Του πρόσφερε χυμό από αγριοκέρασα,αλλά ο μικρός μας φίλος το μόνο που επαναλάμβανε ήταν:
    Χάθηκε το μαγικό φυλαχτό,χάθηκε το μαγικό φυλαχτό,βοήθησέ μας.
    Η κουκουβάγια προσπάθησε να τον καθησυχάσει.
    -Σε παρακαλώ εξήγησέ μου τι συμβαίνει:
    Καλή μου φίλη είπε ο νάνος,με λένε Όντιν,η χώρα μας βρίσκεται στη πράσινη κοιλάδα,είμαστε πολύ χαρούμενοι και ευτυχισμένοι μέχρι σήμερα το πρωί και αναστέναξε με θλίψη.
    Κάποιος έκλεψε το μαγικό φυλαχτό μας.Μας το είχαν δωρίσει από το βασίλειο των νεραϊδών με την υπόσχεση μας να μη το χάσουμε ποτέ,γιατί αν συμβεί η χώρα μας θα καταστραφεί,θα εξαφανιστεί.
    Ο νάνος ‘Οντιν συνέχισε…
    -Σκάψαμε ένα τούνελ και κατασκευάσαμε ένα μικρό όμορφο δωμάτιο.Βάλαμε το φυλαχτό σε μια γυάλα και το τοποθετήσαμε σε μια ξυλόγλυπτη στήλη.Σφραγίσαμε την πόρτα και μια φορά τον χρόνο το επισκεπτόμασταν ξανά,για να ελέγχουμε το φυλαχτό.’Ετσι και σήμερα,ήταν η ημέρα για τον έλεγχο,όταν αντικρίσαμε την πόρτα σπασμένη και το φυλαχτό άφαντο.
    Σε παρακαλώ καλή μας κουκουβάγια,εσύ που είσαι σοφή θα βρεις τον τρόπο να μας βοηθήσεις,να σου περιγράψω και το φυλαχτό συνέχισε ο νάνος.
    Δεν χρειάζεται καλέ μου φίλε,είπε η κουκουβάγια,ξέρω ακριβώς πως είναι και τον πλησίασε με το μαγικό βιβλίο και την εικόνα του φυλαχτού.
    Περίμενε λίγο και θα έρθω μαζί σου στην χώρα σου καλέ μου ‘Οντιν,εκεί θα σκεφθούμε όλοι μαζί τι θα κάνουμε.
    Η Σοφία ετοίμασε το σακίδιο της που περιείχε το μαγικό βιβλίο,το μαγικό ραβδάκι της,μαγικά φίλτρα και με μεγάλη προσοχή την ξύλινη κουκουβάγια της,το αγαπημένο της παιχνίδι που την ξάφνιασε με το περιεχόμενο της,έχοντας βέβαια και συνέχεια.
    Η κουκουβάγια ανέβασε τον ‘Οντιν στη ράχη της και με την καθοδήγησή του δεν άργησαν να φτάσουν στη χώρα των νάνων.
    ‘Ηταν όλοι μαζεμένοι στη πλατεία των μανιταριών περιμένοντας με αγωνία τις εξελίξεις.Μια χαρούμενη βοή ακούστηκε όταν αντίκρισαν την κουκουβάγια με τον ‘Οντιν στη ράχη της.
    ‘Ετρεξαν,την αγκάλιασαν και οι φωνές τους έσμιξαν σε μία λέξη:ΒΟΗΘΕΙΑ
    Για πρώτη φορά η καλή μας φίλη δεν ήξερε από που να αρχίσει,δεν υπήρχε κάποιο στοιχείο να την οδηγήσει,όταν ξαφνικά ο ‘Οντιν έτρεξε προς το μέρος της λαχανιασμένος και με κομμένη ανάσα της είπε:
    -βρήκα και αυτό στο σημείο που χάθηκε το φυλαχτό και της έδωσε ένα κομμάτι μαύρο ύφασμα με ζωγραφισμένο ένα κόκκινο δράκο.
    Η κουκουβάγια αναστατωμένη ψιθύρισε: η Αμπιγκέιλ,η μάγισσα του μαύρου δάσους.
    Ήταν η ισχυρότερη μάγισσα και τώρα με το φυλαχτό θα γινόταν παντοδύναμη όχι μόνο στο κόσμο των μαγισσών,αλλά όλων των πλασμάτων του δάσους.
    Στο μαύρο δάσος δεν έβρεχε ποτέ,τα δένδρα γυμνά,τα φυτά και τα ζώα απόντα με την Αμπιγκέιλ κυρίαρχό του,με μοναδική συντροφιά τον μικροκαμωμένο δράκο Μέρντοχ,που τον έκλεψε από την οικογένειά του και τον πήρε μαζί της.
    -Χρειάζομαι βοήθεια είπε στον ‘Οντιν,μεγάλη βοήθεια καλέ μου φίλε,γιατί η κατάσταση είναι πολύ σοβαρή.Πρέπει να δράσουμε όσο πιο γρήγορα μπορούμε,προτού είναι αργά για όλους μας.
    Ανέτρεξε στο μαγικό της βιβλίο,έψαξε για φίλτρα,για ξόρκια,άλλα δεν βρήκε τίποτα που θα μπορούσε να αντιμετωπίσει το μεγάλο κακό που ήταν προ των πυλών.
    Απογοητευμένη,κρατώντας το παιδικό της παιχνίδι,προσπαθούσε να βρει λύση.Βυθισμένη στις σκέψεις της,δεν κατάλαβε τον ‘Οντιν που την πλησίασε.
    -Τι θα κάνουμε?την ρώτησε και ξαφνιασμένη του απάντησε
    -Θα βρούμε λύση καλέ μου φίλε,πρέπει να τη βρούμε.
    Η νύχτα φάνηκε ατελείωτη στη χώρα των νάνων και μόλις ο ήλιος άπλωσε τις χρυσές ακτίνες του,συγκεντρώθηκαν όλοι οι νάνοι στην πλατεία των μανιταριών,περιμένοντας κάποιο νέο από τη σοφή κουκουβάγια.
    Η Σοφία είχε μείνει άγρυπνη προσπαθώντας να βρει την λύση που επιθυμούσαν όλοι…..και την βρήκε στα σύμβολα του φυλαχτού.
    Αυτά θα την βοηθήσουν να το αποκτήσουν και πάλι.
    Η κουκουβάγια κάθισε στο ψηλότερο μανιτάρι και είπε:
    Καλοί μου φίλοι,πρέπει να λείψω για λίγες μέρες.Θα πάω στη χώρα των αετών,είναι εκείνοι που θα μπορέσουν να μας βοηθήσουν.
    Θα φύγω αμέσως για να επιστρέψω όσο πιο γρήγορα μπορώ.Με τα πολύτιμα στο σακίδιό της άρχισε το μεγάλο ταξίδι για τα πανύψηλα όρη στη χώρα των αετών.
    Ταξίδευε αδιάκοπα μέρα-νύχτα,όταν φανερώθηκαν μπροστά της δύο πανύψηλοι πέτρινοι αετοί με ανοιγμένα τα φτερά τους και στα ράμφη τους κρεμασμένα πελώρια κρυστάλλινα δοχεία με τρεχούμενο νερό.
    Κατάκοπη πέρασε την πύλη,όταν δύο πελώριοι χρυσαετοί της έκοψαν τον δρόμο.
    Με φωνή που μόλις ακουγόταν τους είπε:
    -Πρέπει να δω αμέσως τον βασιλιά σας,είναι ζήτημα ζωής και θανάτου.
    ‘Ενας από τους χρυσαετούς την ανέβασε στη ράχη του και απλώνοντας τα πελώρια φτερά του,άρχισε να πετάει για την υψηλότερη κορυφή…το παλάτι του σοφού και δίκαιου βασιλιά Αράν.
    Την καλοσώρισε,της πρόσφερε νερό και φαγητό και πλέον ξεκούραστη άρχισε να διηγείται όλα όσα είχαν συμβεί.
    Ο αετοβασιλιάς την άκουγε πολύ προσεκτικά και προθυμοποιήθηκε να την βοηθήσει.
    -Θα σου δώσω 100 από τους καλύτερους χρυσαετούς μου που θα κουβαλούν 100 κρυστάλλινα δοχεία μαγικό νερό της είπε.
    Το νερό είναι μαγικό γιατί θα σταματήσει να τρέχει μόνο όταν οι αετοί χτυπήσουν τα φτερά τους τρεις φορές.
    Ο καλός μου φίλος άνεμος θα σας βοηθήσει να φτάσετε γρηγορότερα στο μαύρο δάσος και με ένα τίναγμα των φτερών του παρουσιάστηκαν οι 100 αετοί κρατώντας στα ράμφη τους τα κρυστάλλινα δοχεία με το μαγικό νερό.
    Η Σοφία φανερά συγκινημένη υποκλίθηκε στον Αράν και έβγαλε από το σακίδιό της την ξύλινη κουκουβάγια,το αγαπημένο της παιδικό παιχνίδι.
    Καλέ μου φίλε δεν έχω να σου προσφέρω κάτι το πολύτιμο για την βοήθειά σου εκτός από αυτή την ξύλινη κουκουβάγια,το αγαπημένο παιδικό μου παιχνίδι,σκαλισμένο με αγάπη από τον πατέρα μου.
    Στο δωρίζω με πολλή αγάπη,εκτίμηση και σεβασμό.
    Ο σοφός Αράν το έφερε στο μέρος της καρδιάς λέγοντάς της:
    -Εδώ θα σε κρατώ για πάντα!!!
    Ήρθε η ώρα να φύγουν και για λίγο ο ήλιος χάθηκε από το πέταγμα των αετών κατευθυνόμενοι στο μαύρο δάσος που δεν άργησε να φανεί άψυχο,μουντό.
    Οι χρυσαετοί με την κουκουβάγια στάθηκαν από πάνω του,όταν είδαν την Αμπιγκέιλ να τους κοιτάζει απειλητικά.
    Ήρθε η ώρα για δράση.
    Οι αετοί άρχισαν να ρίχνουν το μαγικό νερό που έπεφτε διάφανο και λαμπερό.Δεν έβλεπες τίποτε άλλο από ένα ασταμάτητο καταρράκτη κρυστάλλινου νερού που εξακολουθούσε να ρέει ασταμάτητα.
    Αυτό διήρκεσε αρκετή ώρα,όταν η σοφή κουκουβάγια έδωσε το σύνθημα να σταματήσουν.
    Τότε οι πανέμορφοι χρυσαετοί χτύπησαν τα φτερά τους τρεις φορές και τα κρυστάλλινα δοχεία σταμάτησαν να ρίχνουν το μαγικό νερό.
    Αυτό που σε λίγο αντίκρισαν τους άφησε όλους άφωνους.Το μαύρο δάσος είχε δώσει τη θέση του σε ένα πανέμορφο τοπίο.
    Πανύψηλα δένδρα με καταπράσινα φύλλα και υπέροχα άνθη,πολύχρωμα λουλούδια και τη λιμνούλα με τα καθάρια νερά και τα κατάλευκα νούφαρα να φαντάζει ονειρεμένη.
    Τα ζωάκια άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους,να τρέχουν,να παίζουν χαρούμενα με την μελωδική μουσική των πουλιών να τα συντροφεύουν.Μία εκθαμβωτική εικόνα απεικονισμένη από τον καλύτερο ζωγράφο…την φύση!!!
    Οι αετοί ξεκουράζονταν στα δένδρα,όταν η κουκουβάγια είδε φοβισμένο τον μικρό δράκο Μέρντοχ να κρύβεται πίσω από ένα θάμνο.
    Τον πλησίασε,του χαμογέλασε λέγοντάς του.
    -Μη φοβάσαι,ήρθα να σε σώσω και με απαλές κινήσεις έβγαλε από τον λαιμό του το μεταλλικό κολάρο που του είχε περάσει η Αμπιγκέιλ.
    Ο Μέρντοχ την αγκάλιασε με στοργή…σ’ευχαριστώ πολύ,αλλά θέλω να με βοηθήσεις να πάω πίσω στους γονείς μου,στο σπίτι μου,εκεί που με έκλεψε η μάγισσα και με ανάγκασε να ζω μαζί της στο πιο άσχημο μέρος τους κόσμου.
    -Φυσικά και θα το κάνω,αλλά θέλω να μου πεις που θα βρω την μάγισσα.Ο δράκος της έδειξε την μικρή σπηλιά κοντά στη λιμνούλα.
    Η Σοφία έβγαλε το μαγικό ραβδί της από το σακίδιο και πέταξε μέχρι την σπηλιά.Χτύπησε το ραβδί στο έδαφος,η σπηλιά φωτίστηκε σαν να ήταν μέρα και στο βάθος της βρεγμένη και αδύναμη η κακιά μάγισσα.
    Με την κατάρρευση του μαύρου δάσους είχε χαθεί και η δύναμή της.
    Την πλησίασε και στα χέρια της κρατούσε σφιχτά το φυλαχτό,όταν χτυπώντας άλλη μια φορά το μαγικό ραβδί στο έδαφος το φυλαχτό βρέθηκε στα χέρια της κουκουβάγιας με την Αμπιγκέιλ να την κοιτάζει θυμωμένη,χωρίς ίχνος μετάνοιας.
    -Όλα συμβαίνουν για κάποιο λόγο της είπε η κουκουβάγια και για όλα τα άσχημα υπάρχει η ανάλογη τιμωρία.
    -Σε καταδικάζω να μείνεις φυλακισμένη για πάντα μέσα στο φυλαχτό,για να μη μπορέσεις ποτέ να κάνεις άλλο κακό.
    Έστρεψε το μαγικό ραβδί προς το μέρος της,το φυλαχτό άρχισε να φωτίζεται και να περιστρέφεται γύρω της.Όταν σταμάτησε κάτι διαφορετικό υπήρχε στο φυλαχτό.Τα σύμβολα που κρέμονταν δεν ήταν τρία,αλλά τέσσερα.
    Ο άνεμος,το νερό,ο αετός και μια μικρή πέτρινη μάγισσα.
    Η κουκουβάγια πήρε το φυλαχτό,το έβαλε προσεχτικά στο σακίδιό της και βγήκε από την σπηλιά που την περίμεναν οι αετοί και ο μικρός δράκος.
    Τους ευχαρίστησε για την πολύτιμη βοήθειά τους και ήταν έτοιμοι για την επιστροφή.Ο μικρός δράκος στην οικογένειά του και εκείνη στη χώρα των νάνων με τα υπέροχα νέα.
    Οι νάνοι ανήσυχοι βγήκαν από τα σπιτάκια τους όταν άκουσαν ένα δυνατό θόρυβο που δεν ήταν άλλος από τα πελώρια φτερά του χρυσαετού που προσγειωνόταν έχοντας στη ράχη του την κουκουβάγια.
    Οι νάνοι με φανερή την αγωνία στα πρόσωπά τους για τα νέα που έφερνε η κουκουβάγια,άρχισαν να φωνάζουν χαρούμενοι και να τραγουδούν όταν μέσα από το σακίδιο της εμφανίστηκε το χαμένο φυλαχτό.Τους διηγήθηκε όλα όσα είχαν συμβεί και ξεκίνησαν να τοποθετήσουν το φυλαχτό εκεί που ανήκε.
    Στο μικρό όμορφο δωμάτιο που είχαν κατασκευάσει οι νάνοι,το φυλαχτό πήρε την θέση του στη γυάλα πάνω στη ξυλόγλυπτη στήλη φωτεινό και λαμπερό με την χρυσή επιγραφή που έλεγε:

    << Όπου και αν κρυφτεί
    αυτό που θα χαθεί
    γρήγορα θα εμφανισθεί
    όταν αγάπη κυριαρχεί
    >>
     
    Αρέσει σε soyla74, gtrullis, αμφιθεα και 4 σε άλλους.

Κοινοποίηση σελίδας